Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακογραμμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει γραφεί με άσχημο τρόπο και είναι δυσανάγνωστος Βικιλεξικό
    • Εκεί υπήρχε μια φράση τόσο κακογραμμένη που δεν μπόρεσε να διαβάσει. Κωστούλα Μητροπούλου, Μετάθεση
  2. που έχει συνταχθεί γρήγορα, χωρίς μελέτη, πρόχειρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακογραμμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακογραμμένος. μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακογράφω, κακο- + γραμμένος

Άλλοι τύποι

κακογραμμένακακογραμμένεκακογραμμένεςκακογραμμένηκακογραμμένηςκακογραμμένοκακογραμμένοικακογραμμένοςκακογραμμένουκακογραμμένουςκακογραμμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →