κακογραμμένος
•
- που έχει γραφεί με άσχημο τρόπο και είναι δυσανάγνωστος Βικιλεξικό
- Εκεί υπήρχε μια φράση τόσο κακογραμμένη που δεν μπόρεσε να διαβάσει. Κωστούλα Μητροπούλου, Μετάθεση
- που έχει συνταχθεί γρήγορα, χωρίς μελέτη, πρόχειρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακογραμμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακογραμμένος. μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακογράφω, κακο- + γραμμένος
Άλλοι τύποι
κακογραμμένακακογραμμένεκακογραμμένεςκακογραμμένηκακογραμμένηςκακογραμμένοκακογραμμένοικακογραμμένοςκακογραμμένουκακογραμμένουςκακογραμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →