Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλογραμμένος

/ka.lo.ɣɾaˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που είναι γραμμένος με καλαισθησία Βικιλεξικό
  2. που είναι διατυπωμένο σωστά Βικιλεξικό
  3. που έχει ωραίο περίγραμμα Βικιλεξικό
    • Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρω­τήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)

Ετυμολογία

καλογραμμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλογραμμένος < καλο- + γραμμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γράφω

Άλλοι τύποι

καλογραμμένακαλογραμμένεκαλογραμμένεςκαλογραμμένηκαλογραμμένηςκαλογραμμένοκαλογραμμένοικαλογραμμένοςκαλογραμμένουκαλογραμμένουςκαλογραμμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →