καλογραμμένος
•
- που είναι γραμμένος με καλαισθησία Βικιλεξικό
- που είναι διατυπωμένο σωστά Βικιλεξικό
- που έχει ωραίο περίγραμμα Βικιλεξικό
- Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)
Ετυμολογία
καλογραμμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλογραμμένος < καλο- + γραμμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γράφω
Άλλοι τύποι
καλογραμμένακαλογραμμένεκαλογραμμένεςκαλογραμμένηκαλογραμμένηςκαλογραμμένοκαλογραμμένοικαλογραμμένοςκαλογραμμένουκαλογραμμένουςκαλογραμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →