Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοκαιριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. περίοδος άσχημου καιρού, πχ. με χιόνι, έντονη βροχή, θύελλες κλπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακοκαιριά < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακοκαιριάκακοκαιριές
Γενικήκακοκαιριάςκακοκαιριών
Αιτιατικήκακοκαιριάκακοκαιριές
Κλητικήκακοκαιριάκακοκαιριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κακοκαιρία

/ka.ko.ceˈɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο κακός καιρός, οι άσχημες καιρικές συνθήκες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακοκαιρία < κακο- + καιρ(ός) + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακοκαιρίακακοκαιρίες
Γενικήκακοκαιρίαςκακοκαιριών
Αιτιατικήκακοκαιρίακακοκαιρίες
Κλητικήκακοκαιρίακακοκαιρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →