κακοκαιριά
•
- περίοδος άσχημου καιρού, πχ. με χιόνι, έντονη βροχή, θύελλες κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοκαιριά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοκαιριά | κακοκαιριές |
| Γενική | κακοκαιριάς | κακοκαιριών |
| Αιτιατική | κακοκαιριά | κακοκαιριές |
| Κλητική | κακοκαιριά | κακοκαιριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →