καλοκαιρία
•
- Η κατάσταση κατά την οποία ο καιρός που επικρατεί σε μία περιοχή είναι καλός. Βικιλεξικό
- Αυτός ο Σεπτέμβριος είναι τόσο απίθανος, που επιβάλλεται το μπάνιο όσο βαστάει η καλοκαιρία. (Αντώνης Σαμαράκης, Το λάθος)
Ετυμολογία
καλοκαιρία < από το καλός και το καιρός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλοκαιρία | καλοκαιρίες |
| Γενική | καλοκαιρίας | — |
| Αιτιατική | καλοκαιρία | καλοκαιρίες |
| Κλητική | καλοκαιρία | καλοκαιρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →