κακοκαρδίζω
•
- οικείοστενοχωρώ κάποιον π.χ. λέγοντάς του μια άσχημη κουβέντα, μη κάνοντάς του ένα χατίρι Βικιλεξικό
- Τους είχα ανάγκη όλους αυτούς τους ανθρώπους, δεν ήθελα να τους κακοκαρδίσω. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
κακοκαρδίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακοκαρδίζω < κακόκαρδος. Μορφολογικά αναλύεται σε κακο- + καρδ(ιά) + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κακοκαρδίζω | κακοκαρδίζεις | κακοκαρδίζει | κακοκαρδίζουμε | κακοκαρδίζετε | κακοκαρδίζουν / κακοκαρδίζουνε |
| Παρατατικός | κακοκάρδιζα | κακοκάρδιζες | κακοκάρδιζε | κακοκαρδίζαμε | κακοκαρδίζατε | κακοκάρδιζαν / κακοκαρδίζαν / κακοκαρδίζανε |
| Αόριστος | κακοκάρδισα | κακοκάρδισες | κακοκάρδισε | κακοκαρδίσαμε | κακοκαρδίσατε | κακοκάρδισαν / κακοκαρδίσαν / κακοκαρδίσανε |
| Μέλλοντας | θα κακοκαρδίζω / θα κακοκαρδίσω | θα κακοκαρδίζεις / θα κακοκαρδίσεις | θα κακοκαρδίζει / θα κακοκαρδίσει | θα κακοκαρδίζουμε / θα κακοκαρδίσουμε | θα κακοκαρδίζετε / θα κακοκαρδίσετε | θα κακοκαρδίζουν / θα κακοκαρδίζουνε / θα κακοκαρδίσουν / θα κακοκαρδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κακοκαρδίσει | έχεις κακοκαρδίσει | έχει κακοκαρδίσει | έχουμε κακοκαρδίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κακοκαρδίσει | είχες κακοκαρδίσει | είχε κακοκαρδίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κακοκαρδίσει / να κακοκαρδίζω / να κακοκαρδίσω | να έχεις κακοκαρδίσει / να κακοκαρδίζεις / να κακοκαρδίσεις | να έχει κακοκαρδίσει / να κακοκαρδίζει / να κακοκαρδίσει | να έχουμε κακοκαρδίσει / να κακοκαρδίζουμε / να κακοκαρδίσουμε | να κακοκαρδίζετε / να κακοκαρδίσετε | να κακοκαρδίζουν / να κακοκαρδίζουνε / να κακοκαρδίσουν / να κακοκαρδίσουνε |
| Προστακτική | — | κακοκάρδιζε / κακοκάρδισε | — | — | κακοκαρδίζετε / κακοκαρδίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κακοκαρδίστηκακακοκαρδίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →