Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοκαρδίζω

ρήμα
•
  1. οικείοφέρομαι καλόκαρδα κι έτσι ευχαριστώ κάποιον Βικιλεξικό
    • Μ' α' θέλουσιν οι Ουρανοί, κ' η Μοίρα να βουηθήσει, / θέλει έρθει να σας βρει γοργό, να σας καλοκαρδίσει. (Ερωτόκριτος, Δ, 1551-1552)

Ετυμολογία

καλοκαρδίζω < μεσαιωνική ελληνική καλοκαρδίζω < καλόκαρδος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαλοκαρδίζωκαλοκαρδίζειςκαλοκαρδίζεικαλοκαρδίζουμεκαλοκαρδίζετεκαλοκαρδίζουν / καλοκαρδίζουνε
Παρατατικόςκαλοκάρδιζακαλοκάρδιζεςκαλοκάρδιζεκαλοκαρδίζαμεκαλοκαρδίζατεκαλοκάρδιζαν / καλοκαρδίζαν / καλοκαρδίζανε
Αόριστοςκαλοκάρδισακαλοκάρδισεςκαλοκάρδισεκαλοκαρδίσαμεκαλοκαρδίσατεκαλοκάρδισαν / καλοκαρδίσαν / καλοκαρδίσανε
Μέλλονταςθα καλοκαρδίζω / θα καλοκαρδίσωθα καλοκαρδίζεις / θα καλοκαρδίσειςθα καλοκαρδίζει / θα καλοκαρδίσειθα καλοκαρδίζουμε / θα καλοκαρδίσουμεθα καλοκαρδίζετε / θα καλοκαρδίσετεθα καλοκαρδίζουν / θα καλοκαρδίζουνε / θα καλοκαρδίσουν / θα καλοκαρδίσουνε
Παρακείμενοςέχω καλοκαρδίσειέχεις καλοκαρδίσειέχει καλοκαρδίσειέχουμε καλοκαρδίσειέχετε καλοκαρδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καλοκαρδίσειείχες καλοκαρδίσειείχε καλοκαρδίσειείχαμε καλοκαρδίσει——
Υποτακτικήνα έχω καλοκαρδίσει / να καλοκαρδίζω / να καλοκαρδίσωνα έχεις καλοκαρδίσει / να καλοκαρδίζεις / να καλοκαρδίσειςνα έχει καλοκαρδίσει / να καλοκαρδίζει / να καλοκαρδίσεινα έχουμε καλοκαρδίσει / να καλοκαρδίζουμε / να καλοκαρδίσουμενα έχετε καλοκαρδίσει / να καλοκαρδίζετε / να καλοκαρδίσετενα καλοκαρδίζουν / να καλοκαρδίζουνε / να καλοκαρδίσουν / να καλοκαρδίσουνε
Προστακτική—καλοκάρδιζε / καλοκάρδισε——καλοκαρδίζετε / καλοκαρδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →