κακομοιρούλης
•
- οικείοκακομοίρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακομοιρούλης < κακομοίρ(ης) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακομοιρούλης | κακομοιρούλα | κακομοιρούλικο |
| Γενική | κακομοιρούλη | κακομοιρούλας | κακομοιρούλικου |
| Αιτιατική | κακομοιρούλη | κακομοιρούλα | κακομοιρούλικο |
| Κλητική | κακομοιρούλη | κακομοιρούλα | κακομοιρούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακομοιρούληδες | κακομοιρούλες | κακομοιρούλικα |
| Γενική | κακομοιρούληδων | — | κακομοιρούλικων |
| Αιτιατική | κακομοιρούληδες | κακομοιρούλες | κακομοιρούλικα |
| Κλητική | κακομοιρούληδες | κακομοιρούλες | κακομοιρούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →