κακοπληρωτής
•
- που δεν είναι συνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις, ιδίως στην αποπληρωμή των χρεών του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοπληρωτής < κακοπληρώ(νω) (κακο- + πληρώνω) + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοπληρωτής | κακοπληρωτές |
| Γενική | κακοπληρωτή | κακοπληρωτών |
| Αιτιατική | κακοπληρωτή | κακοπληρωτές |
| Κλητική | κακοπληρωτή | κακοπληρωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →