καλοπληρωτής
•
- που αποπληρώνει κάθε οικονομική εκκρεμότητα, χωρίς καθυστερήσεις και κακή διάθεση Βικιλεξικό
- γενικότεραπου πληρώνει αδρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοπληρωτής < καλοπληρώ(νω) (καλο- + πληρώνω) + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλοπληρωτής | καλοπληρωτές |
| Γενική | καλοπληρωτή | καλοπληρωτών |
| Αιτιατική | καλοπληρωτή | καλοπληρωτές |
| Κλητική | καλοπληρωτή | καλοπληρωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →