κακοχωνεύω
•
- κυριολεκτικάδεν χωνεύω καλά (κάποια τροφή), έχω δυσπεψία Βικιλεξικό
- μεταφορικάδεν αφομοιώνω καλά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοχωνεύω < κακο- + χωνεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κακοχωνεύω | κακοχωνεύεις | κακοχωνεύει | κακοχωνεύουμε | κακοχωνεύετε | κακοχωνεύουν / κακοχωνεύουνε |
| Παρατατικός | κακοχώνευα | κακοχώνευες | κακοχώνευε | κακοχωνεύαμε | κακοχωνεύατε | κακοχωνεύαν / κακοχωνεύανε / κακοχώνευαν |
| Αόριστος | κακοχώνεψα | κακοχώνεψες | κακοχώνεψε | κακοχωνέψαμε | κακοχωνέψατε | κακοχωνέψαν / κακοχωνέψανε / κακοχώνεψαν |
| Μέλλοντας | θα κακοχωνέψω / θα κακοχωνεύω | θα κακοχωνέψεις / θα κακοχωνεύεις | θα κακοχωνέψει / θα κακοχωνεύει | θα κακοχωνέψουμε / θα κακοχωνεύουμε | θα κακοχωνέψετε / θα κακοχωνεύετε | θα κακοχωνέψουν / θα κακοχωνέψουνε / θα κακοχωνεύουν / θα κακοχωνεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω κακοχωνέψει | έχεις κακοχωνέψει | έχει κακοχωνέψει | έχουμε κακοχωνέψει | έχετε κακοχωνέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κακοχωνέψει | είχες κακοχωνέψει | είχε κακοχωνέψει | είχαμε κακοχωνέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κακοχωνέψει / να κακοχωνέψω / να κακοχωνεύω | να έχεις κακοχωνέψει / να κακοχωνέψεις / να κακοχωνεύεις | να έχει κακοχωνέψει / να κακοχωνέψει / να κακοχωνεύει | να έχουμε κακοχωνέψει / να κακοχωνέψουμε / να κακοχωνεύουμε | να έχετε κακοχωνέψει / να κακοχωνέψετε / να κακοχωνεύετε | να κακοχωνέψουν / να κακοχωνέψουνε / να κακοχωνεύουν / να κακοχωνεύουνε |
| Προστακτική | — | κακοχώνευε / κακοχώνεψε | — | — | κακοχωνέψτε / κακοχωνεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →