καλικάντζαρος
•
- λαογραφίαφανταστικός δαίμονας που θεωρείται ότι βγαίνει, ομαδικά, στην επιφάνεια της γης από τα έγκατά της τις ημέρες του Δωδεκαημέρου και προκαλεί μικροζημιές Βικιλεξικό
- μεταφορικάδύσμορφος και ενοχλητικός άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλικάντζαρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλικάντζαρος με διάφορες υποθέσεις ετυμολόγησης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλικάντζαρος | καλικάντζαροι |
| Γενική | καλικάντζαρου / καλικαντζάρου | καλικάντζαρων / καλικαντζάρων |
| Αιτιατική | καλικάντζαρο | καλικάντζαρους / καλικαντζάρους |
| Κλητική | καλικάντζαρε | καλικάντζαροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →