Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλλιγραφώ

ρήμα
•
  1. γράφω καλλιγραφικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλλιγραφώ < αρχαία ελληνική καλλιγραφέω / καλλιγραφῶ < καλλι- + γράφω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαλλιγραφώκαλλιγραφείςκαλλιγραφείκαλλιγραφούμεκαλλιγραφείτεκαλλιγραφούν / καλλιγραφούνε
Παρατατικόςκαλλιγραφούσακαλλιγραφούσεςκαλλιγραφούσεκαλλιγραφούσαμεκαλλιγραφούσατεκαλλιγραφούσαν / καλλιγραφούσανε
Αόριστοςκαλλιγράφησακαλλιγράφησεςκαλλιγράφησεκαλλιγραφήσαμεκαλλιγραφήσατεκαλλιγράφησαν / καλλιγραφήσαν / καλλιγραφήσανε
Μέλλονταςθα καλλιγραφήσω / θα καλλιγραφώθα καλλιγραφήσεις / θα καλλιγραφείςθα καλλιγραφήσει / θα καλλιγραφείθα καλλιγραφήσουμε / θα καλλιγραφούμεθα καλλιγραφήσετε / θα καλλιγραφείτεθα καλλιγραφήσουν / θα καλλιγραφήσουνε / θα καλλιγραφούν / θα καλλιγραφούνε
Παρακείμενοςέχω καλλιγραφήσειέχεις καλλιγραφήσειέχει καλλιγραφήσειέχουμε καλλιγραφήσειέχετε καλλιγραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καλλιγραφήσειείχες καλλιγραφήσειείχε καλλιγραφήσειείχαμε καλλιγραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω καλλιγραφήσει / να καλλιγραφήσω / να καλλιγραφώνα έχεις καλλιγραφήσει / να καλλιγραφήσεις / να καλλιγραφείςνα έχει καλλιγραφήσει / να καλλιγραφήσει / να καλλιγραφείνα έχουμε καλλιγραφήσει / να καλλιγραφήσουμε / να καλλιγραφούμενα έχετε καλλιγραφήσει / να καλλιγραφήσετε / να καλλιγραφείτενα καλλιγραφήσουν / να καλλιγραφήσουνε / να καλλιγραφούν / να καλλιγραφούνε
Προστακτική—καλλιγράφει / καλλιγράφησε——καλλιγραφήστε / καλλιγραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →