Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλλιγραφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τρόπος γραφής που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη επιμέλεια και καλλιτεχνία Βικιλεξικό
    • «Οἱ Μπουλουκτσῆδες» του κου κ. Καρρά εἶναι ἠθογραφία μέ τήν τετριμμένη ἔννοια τοῦ ὅρου, φωτογραφική, ὄχι ὅμως καί φωνογραφική, γιατί ὁ λόγος του εἶναι κατασκευασμένος, μελετημένος, Τελικά λαϊκίζων φιλολογικός. Ανεκδοτολογεῖ καί ἀποθησαυρίζει. Δέν εἶναι ἀναγκαῖος καί περιττός. Εἶναι καλλιγραφία. Ελαφρολαϊκός, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο πού κυκλοφορεῖ γιά τή νοθευμένη ἔντεχνη λαϊκή μίμηση στή μουσική. (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, τομ. 1, 1984, σελ. 121)
  2. μεταφορικάεμμονή σε ανούσιες λεπτομέρειες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλλιγραφία < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική καλλιγραφέω < καλλι- + γράφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλλιγραφίακαλλιγραφίες
Γενικήκαλλιγραφίαςκαλλιγραφιών
Αιτιατικήκαλλιγραφίακαλλιγραφίες
Κλητικήκαλλιγραφίακαλλιγραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →