καλοπληρώνω
•
- για εργαζομένουςπληρώνω κάποιον με πολύ καλή αμοιβή Βικιλεξικό
- για ενοικιαστέςκαταβάλλω κάθε μήνα το ενοίκιο στον ιδιοκτήτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοπληρώνω < καλο- + πληρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοπληρώνω | καλοπληρώνεις | καλοπληρώνει | καλοπληρώνουμε | καλοπληρώνετε | καλοπληρώνουν / καλοπληρώνουνε |
| Παρατατικός | καλοπλήρωνα | καλοπλήρωνες | καλοπλήρωνε | καλοπληρώναμε | καλοπληρώνατε | καλοπλήρωναν / καλοπληρώναν / καλοπληρώνανε |
| Αόριστος | καλοπλήρωσα | καλοπλήρωσες | καλοπλήρωσε | καλοπληρώσαμε | καλοπληρώσατε | καλοπλήρωσαν / καλοπληρώσαν / καλοπληρώσανε |
| Μέλλοντας | θα καλοπληρώνω / θα καλοπληρώσω | θα καλοπληρώνεις / θα καλοπληρώσεις | θα καλοπληρώνει / θα καλοπληρώσει | θα καλοπληρώνουμε / θα καλοπληρώσουμε | θα καλοπληρώνετε / θα καλοπληρώσετε | θα καλοπληρώνουν / θα καλοπληρώνουνε / θα καλοπληρώσουν / θα καλοπληρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοπληρώσει | έχεις καλοπληρώσει | έχει καλοπληρώσει | έχουμε καλοπληρώσει | έχετε καλοπληρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοπληρώσει | είχες καλοπληρώσει | είχε καλοπληρώσει | είχαμε καλοπληρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοπληρώσει / να καλοπληρώνω / να καλοπληρώσω | να έχεις καλοπληρώσει / να καλοπληρώνεις / να καλοπληρώσεις | να έχει καλοπληρώσει / να καλοπληρώνει / να καλοπληρώσει | να έχουμε καλοπληρώσει / να καλοπληρώνουμε / να καλοπληρώσουμε | να έχετε καλοπληρώσει / να καλοπληρώνετε / να καλοπληρώσετε | να καλοπληρώνουν / να καλοπληρώνουνε / να καλοπληρώσουν / να καλοπληρώσουνε |
| Προστακτική | — | καλοπλήρωνε / καλοπλήρωσε | — | — | καλοπληρώνετε / καλοπληρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →