καλοτυχία
•
- η κατάσταση και η ιδιότητα του καλότυχου, το να είναι κάποιος καλότυχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοτυχία < καλότυχος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλοτυχία | καλοτυχίες |
| Γενική | καλοτυχίας | καλοτυχιών |
| Αιτιατική | καλοτυχία | καλοτυχίες |
| Κλητική | καλοτυχία | καλοτυχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →