Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοφάγωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σε ευχές, για να φαγωθεί κάτι ή να καταναλωθεί με υγεία, ορεξάτα και ευχάριστα Βικιλεξικό
    • Καλοφάγωτη η σύνταξη.

Ετυμολογία

καλοφάγωτος < καλοτρώγω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλοφάγωτοςκαλοφάγωτηκαλοφάγωτο
Γενικήκαλοφάγωτουκαλοφάγωτηςκαλοφάγωτου
Αιτιατικήκαλοφάγωτοκαλοφάγωτηκαλοφάγωτο
Κλητικήκαλοφάγωτεκαλοφάγωτηκαλοφάγωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλοφάγωτοικαλοφάγωτεςκαλοφάγωτα
Γενικήκαλοφάγωτωνκαλοφάγωτωνκαλοφάγωτων
Αιτιατικήκαλοφάγωτουςκαλοφάγωτεςκαλοφάγωτα
Κλητικήκαλοφάγωτοικαλοφάγωτεςκαλοφάγωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →