καλπονοθεία
•
- η νόθευση των εκλογικών αποτελεσμάτων και της βούλησης του εκλογικού σώματος με ποικίλους δόλιους τρόπους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη νόθευση της αλήθειας, η παραποίησή της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλπονοθεία < κάλπη + -ο- + νοθεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλπονοθεία | καλπονοθείες |
| Γενική | καλπονοθείας | καλπονοθειών |
| Αιτιατική | καλπονοθεία | καλπονοθείες |
| Κλητική | καλπονοθεία | καλπονοθείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →