Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλπονοθεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η νόθευση των εκλογικών αποτελεσμάτων και της βούλησης του εκλογικού σώματος με ποικίλους δόλιους τρόπους Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη νόθευση της αλήθειας, η παραποίησή της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλπονοθεία < κάλπη + -ο- + νοθεία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλπονοθείακαλπονοθείες
Γενικήκαλπονοθείαςκαλπονοθειών
Αιτιατικήκαλπονοθείακαλπονοθείες
Κλητικήκαλπονοθείακαλπονοθείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →