καλόγουστος
•
- που έχει (ή γίνεται με) καλαισθησία, καλό γούστο Βικιλεξικό
- Ὁ κόμπος εἶναι πάντα καλόγουστος, ἕνα εἶδος φιόγκου, καὶ δὲν καταλαβαίνω πῶς τὸν πετυχαίνει καὶ τὸν κάνει νὰ φαίνεται πλούσιος μόνο μὲ δυὸ τρεῖς κινήσεις τῶν δαχτύλων (Νέα Εστία, τόμος 98, Ι.Δ. Κολλάρος και Σία, 1975)
Ετυμολογία
καλόγουστος < καλό- + γούστ(ο) + -ος < βενετική gusto < λατινική gustus < πρωτοϊταλική *gustus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵéwstus (γεύομαι) < *ǵews (δοκιμάζω, γεύομαι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλόγουστος | καλόγουστη | καλόγουστο |
| Γενική | καλόγουστου | καλόγουστης | καλόγουστου |
| Αιτιατική | καλόγουστο | καλόγουστη | καλόγουστο |
| Κλητική | καλόγουστε | καλόγουστη | καλόγουστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλόγουστοι | καλόγουστες | καλόγουστα |
| Γενική | καλόγουστων | καλόγουστων | καλόγουστων |
| Αιτιατική | καλόγουστους | καλόγουστες | καλόγουστα |
| Κλητική | καλόγουστοι | καλόγουστες | καλόγουστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →