Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακόγουστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει γίνει με έλλειψη καλαισθησίας, καλού γούστου Βικιλεξικό
  2. που φανερώνει έλλειψη καλαισθησίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακόγουστος < κακό- + γούστ(ο) + ος < βενετική gusto < λατινική gustus < πρωτοϊταλική *gustus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵéwstus (γεύομαι) < *ǵews (δοκιμάζω, γεύομαι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόγουστοςκακόγουστηκακόγουστο
Γενικήκακόγουστουκακόγουστηςκακόγουστου
Αιτιατικήκακόγουστοκακόγουστηκακόγουστο
Κλητικήκακόγουστεκακόγουστηκακόγουστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόγουστοικακόγουστεςκακόγουστα
Γενικήκακόγουστωνκακόγουστωνκακόγουστων
Αιτιατικήκακόγουστουςκακόγουστεςκακόγουστα
Κλητικήκακόγουστοικακόγουστεςκακόγουστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →