καλύτερος
•
- συγκριτικάσυγκριτικός βαθμός του καλός Βικιλεξικό
- Η Μαρία είναι γενικώς καλύτερη μαθήτρια από τον Δημήτρη, αλλά ο Δημήτρης είναι καλύτερος στα μαθηματικά.
- ως υπερθετικόςσυγκριτικός βαθμός του καλός Βικιλεξικό
- Η Μαρία είναι η καλύτερη μαθήτρια μέσα στην τάξη.
- ως ουσιαστικάσυγκριτικός βαθμός του καλός Βικιλεξικό
- Ο Αλέξανδρος πεθαίνοντας άφησε τη βασιλεία του στον καλύτερο: «τῷ κρατίστῳ»
- Μετά από τέτοιο τσακωμό, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να χωρίσεις!
Ετυμολογία
καλύτερος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλύτερος < καλ(ός) + -ύτερος κατά τα επίθετα -ύς Η μεσαιωνική γραφή καλλίτερος που υπάρχει σε πολλά παλιά κείμενα σχετιζόταν με το μεσαιωνικό κάλλιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλύτερος | καλύτερη | καλύτερο |
| Γενική | καλύτερου | καλύτερης | καλύτερου |
| Αιτιατική | καλύτερο | καλύτερη | καλύτερο |
| Κλητική | καλύτερε | καλύτερη | καλύτερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλύτεροι | καλύτερες | καλύτερα |
| Γενική | καλύτερων | καλύτερων | καλύτερων |
| Αιτιατική | καλύτερους | καλύτερες | καλύτερα |
| Κλητική | καλύτεροι | καλύτερες | καλύτερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →