Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμπανίζω

/kam.baˈni.zo/ρήμα
•
  1. ηχώ, παράγω ήχο σαν της καμπάνας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμπανίζω < μεσαιωνική ελληνική καμπανίζω < καμπάνα < υστερολατινική campana < λατινική Campana, θηλυκό του Campanus < Campania < campus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂emp- (κάμπτω, λυγίζω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαμπανίζωκαμπανίζειςκαμπανίζεικαμπανίζουμεκαμπανίζετεκαμπανίζουν / καμπανίζουνε
Παρατατικόςκαμπάνιζακαμπάνιζεςκαμπάνιζεκαμπανίζαμεκαμπανίζατεκαμπάνιζαν / καμπανίζαν / καμπανίζανε
Αόριστοςκαμπάνισακαμπάνισεςκαμπάνισεκαμπανίσαμεκαμπανίσατεκαμπάνισαν / καμπανίσαν / καμπανίσανε
Μέλλονταςθα καμπανίζω / θα καμπανίσωθα καμπανίζεις / θα καμπανίσειςθα καμπανίζει / θα καμπανίσειθα καμπανίζουμε / θα καμπανίσουμεθα καμπανίζετε / θα καμπανίσετεθα καμπανίζουν / θα καμπανίζουνε / θα καμπανίσουν / θα καμπανίσουνε
Παρακείμενοςέχω καμπανίσειέχεις καμπανίσειέχει καμπανίσειέχουμε καμπανίσειέχετε καμπανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καμπανίσειείχες καμπανίσειείχε καμπανίσειείχαμε καμπανίσει——
Υποτακτικήνα έχω καμπανίσει / να καμπανίζω / να καμπανίσωνα έχεις καμπανίσει / να καμπανίζεις / να καμπανίσειςνα έχει καμπανίσει / να καμπανίζει / να καμπανίσεινα έχουμε καμπανίσει / να καμπανίζουμε / να καμπανίσουμενα έχετε καμπανίσει / να καμπανίζετε / να καμπανίσετενα καμπανίζουν / να καμπανίζουνε / να καμπανίσουν / να καμπανίσουνε
Προστακτική—καμπάνιζε / καμπάνισε——καμπανίζετε / καμπανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →