κουδουνίζω
•
- αμετάβατορηματική ενέργεια που αναφέρεται στο χτύπημα του κουδουνιού ή σε άλλο παρόμοιο ήχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουδουνίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κωδωνίζω < αρχαία ελληνική κώδων
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουδουνίζω | κουδουνίζεις | κουδουνίζει | κουδουνίζουμε | κουδουνίζετε | κουδουνίζουν / κουδουνίζουνε |
| Παρατατικός | κουδούνιζα | κουδούνιζες | κουδούνιζε | κουδουνίζαμε | κουδουνίζατε | κουδουνίζαν / κουδουνίζανε / κουδούνιζαν |
| Αόριστος | κουδούνισα | κουδούνισες | κουδούνισε | κουδουνίσαμε | κουδουνίσατε | κουδουνίσαν / κουδουνίσανε / κουδούνισαν |
| Μέλλοντας | θα κουδουνίζω / θα κουδουνίσω | θα κουδουνίζεις / θα κουδουνίσεις | θα κουδουνίζει / θα κουδουνίσει | θα κουδουνίζουμε / θα κουδουνίσουμε | θα κουδουνίζετε / θα κουδουνίσετε | θα κουδουνίζουν / θα κουδουνίζουνε / θα κουδουνίσουν / θα κουδουνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουδουνίσει | έχεις κουδουνίσει | έχει κουδουνίσει | έχουμε κουδουνίσει | έχετε κουδουνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουδουνίσει | είχες κουδουνίσει | είχε κουδουνίσει | είχαμε κουδουνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουδουνίσει / να κουδουνίζω / να κουδουνίσω | να έχεις κουδουνίσει / να κουδουνίζεις / να κουδουνίσεις | να έχει κουδουνίσει / να κουδουνίζει / να κουδουνίσει | να έχουμε κουδουνίσει / να κουδουνίζουμε / να κουδουνίσουμε | να έχετε κουδουνίσει / να κουδουνίζετε / να κουδουνίσετε | να κουδουνίζουν / να κουδουνίζουνε / να κουδουνίσουν / να κουδουνίσουνε |
| Προστακτική | — | κουδούνιζε / κουδούνισε | — | — | κουδουνίζετε / κουδουνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →