κανάλι
•
- υδάτινο πέρασμα Βικιλεξικό
- υδάτινο πέρασμα Βικιλεξικό
- υδάτινο πέρασμα Βικιλεξικό
- μια ορισμένη περιοχή συχνοτήτων Βικιλεξικό
- συντόνισέ το στο κανάλι 50 των UHF
- τηλεοπτικός σταθμός Βικιλεξικό
- αυτός ο παρουσιαστής φέτος πήγε σε άλλο κανάλι
- διαδικτυακός τόπος όπου γίνεται chat Βικιλεξικό
- το #wiktionary-el είναι το κανάλι IRC του Βικιλεξικού
- σύνολο ατόμων, υλικού, θέσεων μεταφοράς ανθρώπων, υλικού, πληροφοριών ή καταστάσεων Βικιλεξικό
- οι πληροφορίες του δεν είναι πάντα από αξιόπιστα κανάλια
- η εταιρεία μας διανέμει τα προϊόντα μέσα από δικά της εμπορικά κανάλια'
- το Διαδίκτυο είναι ένα σύγχρονο κανάλι επικοινωνίας και άντλησης πληροφοριών
- δίαυλος καταγραφής ήχου ή κατά πλάτος (και όχι διάρκεια-μήκος) υποδιαίρεση μαγνητοταινίας Βικιλεξικό
- πέρασε σήμα από διπλανό κανάλι (στην μπομπίνα)
- ανατομίαδιάφορες αύλακες στο σώμα, νευρικό κανάλι κτλ. Βικιλεξικό
- τηλεπικοινωνίεςlink: τα υλικά μέσα (hardware) που συνδέουν τους κόμβους (nodes) ενός δικτύου, όπως ειδικά ηλεκτρικά καλώδια, οπτικές ίνες, ηλεκτρομαγνητικά κύματα (στα ασύρματα δίκτυα), κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανάλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κανάλι(ν) < ελληνιστική κοινή κανάλιον < λατινική canalis < canna < αρχαία ελληνική κάννα (καλάμι) (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανάλι | κανάλια |
| Γενική | καναλιού | καναλιών |
| Αιτιατική | κανάλι | κανάλια |
| Κλητική | κανάλι | κανάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →