καπακώνω
•
- καλύπτω με καπάκι ή με κάτι που μοιάζει μ’ αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυγκαλύπτω, εξαπατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπακώνω < καπάκ(ι) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καπακώνω | καπακώνεις | καπακώνει | καπακώνουμε | καπακώνετε | καπακώνουν / καπακώνουνε |
| Παρατατικός | καπάκωνα | καπάκωνες | καπάκωνε | καπακώναμε | καπακώνατε | καπάκωναν / καπακώναν / καπακώνανε |
| Αόριστος | καπάκωσα | καπάκωσες | καπάκωσε | καπακώσαμε | καπακώσατε | καπάκωσαν / καπακώσαν / καπακώσανε |
| Μέλλοντας | θα καπακώνω / θα καπακώσω | θα καπακώνεις / θα καπακώσεις | θα καπακώνει / θα καπακώσει | θα καπακώνουμε / θα καπακώσουμε | θα καπακώνετε / θα καπακώσετε | θα καπακώνουν / θα καπακώνουνε / θα καπακώσουν / θα καπακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καπακώσει | έχεις καπακώσει | έχει καπακώσει | έχουμε καπακώσει | έχετε καπακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καπακώσει | είχες καπακώσει | είχε καπακώσει | είχαμε καπακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καπακώσει / να καπακώνω / να καπακώσω | να έχεις καπακώσει / να καπακώνεις / να καπακώσεις | να έχει καπακώσει / να καπακώνει / να καπακώσει | να έχουμε καπακώσει / να καπακώνουμε / να καπακώσουμε | να έχετε καπακώσει / να καπακώνετε / να καπακώσετε | να καπακώνουν / να καπακώνουνε / να καπακώσουν / να καπακώσουνε |
| Προστακτική | — | καπάκωνε / καπάκωσε | — | — | καπακώνετε / καπακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →