Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπακώνω

/ka.paˈko.no/ρήμα
•
  1. καλύπτω με καπάκι ή με κάτι που μοιάζει μ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσυγκαλύπτω, εξαπατώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπακώνω < καπάκ(ι) + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαπακώνωκαπακώνειςκαπακώνεικαπακώνουμεκαπακώνετεκαπακώνουν / καπακώνουνε
Παρατατικόςκαπάκωνακαπάκωνεςκαπάκωνεκαπακώναμεκαπακώνατεκαπάκωναν / καπακώναν / καπακώνανε
Αόριστοςκαπάκωσακαπάκωσεςκαπάκωσεκαπακώσαμεκαπακώσατεκαπάκωσαν / καπακώσαν / καπακώσανε
Μέλλονταςθα καπακώνω / θα καπακώσωθα καπακώνεις / θα καπακώσειςθα καπακώνει / θα καπακώσειθα καπακώνουμε / θα καπακώσουμεθα καπακώνετε / θα καπακώσετεθα καπακώνουν / θα καπακώνουνε / θα καπακώσουν / θα καπακώσουνε
Παρακείμενοςέχω καπακώσειέχεις καπακώσειέχει καπακώσειέχουμε καπακώσειέχετε καπακώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καπακώσειείχες καπακώσειείχε καπακώσειείχαμε καπακώσει——
Υποτακτικήνα έχω καπακώσει / να καπακώνω / να καπακώσωνα έχεις καπακώσει / να καπακώνεις / να καπακώσειςνα έχει καπακώσει / να καπακώνει / να καπακώσεινα έχουμε καπακώσει / να καπακώνουμε / να καπακώσουμενα έχετε καπακώσει / να καπακώνετε / να καπακώσετενα καπακώνουν / να καπακώνουνε / να καπακώσουν / να καπακώσουνε
Προστακτική—καπάκωνε / καπάκωσε——καπακώνετε / καπακώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →