καπάκι
•
- κουζινικάκάλυμμα δοχείου, σκεύους κ.λπ. Βικιλεξικό
- Δεν κλείνεις καλά το καπάκι της μαρμελάδας πριν τη βάλεις στο ψυγείο;
- συνεκδοχικάη οθόνη του φορητού υπολογιστή (συμπεριλαμβανομένου του πλαισίου της) Βικιλεξικό
- έχει βάλει ένα σωρό αυτοκόλλητα στο καπάκι του λάπτοπ του
- μουσικό όργανοη επίπεδη επιφάνεια ενός μουσικού οργάνου που ταλαντώνεται από τις χορδές και ενισχύει τον ήχο Βικιλεξικό
- το καπάκι αυτής της κιθάρας είναι φτιαγμένο από μασίφ έλατο
- ιστορίαοι (προσωρινές) συμφωνίες που κλεινόταν μυστικά με τους Τούρκους από οπλαρχηγούς κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας Βικιλεξικό
- Αὕτη ἡ συνθήκη ἐμπόδισεν τὴν ὁρμὴν τῶν ἐξαγριωμένων Τούρκων πρὸς καιρὸν καὶ ἔδωσεν αἰτίαν ὅλων τῶν Καπιταναίων νὰ βαστήξουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὰ σύνορα τὴν ὁρμήν. Ἀπ’ ἐδῶ ἄρχισεν τὸ λεγόμενον ἀπὸ τοὺς Καπιταναίους καπάκι. (Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821–1833, εισαγωγή και σημειώσεις: Γιάννης Βλαχογιάννης, Χορηγία Παγκείου Επιτροπής, τ. 1, Αθήνα 1939, σελ. 141)
- Πάντως ο συμβιβασμός αυτός, προς καιρόν, εμπόδισε την ορμή των εξαγριωμένων Τούρκων. Κι έτσι αρχίζουν τα λεγόμενα «Καπάκια» ανάμεσα Τούρκων και Στορνάρη, δηλαδή προσωρινές συμφωνίες, έως ότου περάσει το κακό. (Νικόλαος Γιαννούλης, Το Αρματολίκι του Ασπροποτάμου κι οι Στορναραίοι, εκδ. Ε.Μ.Ο.Τ. (Εκδρομικός & Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων), Αθήνα 1981, σελ. 51.)
Ετυμολογία
καπάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kapak + -ι < παλαιά τουρκική kapak / kapgak < πρωτοτουρκική *Kap- (κάλυμμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπάκι | καπάκια |
| Γενική | καπακιού | καπακιών |
| Αιτιατική | καπάκι | καπάκια |
| Κλητική | καπάκι | καπάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →