καπελωμένος
•
- κυριολεκτικά και μεταφορικάπου τον έχουν καπελώσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπελωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καπελώνω
Άλλοι τύποι
καπελωμένακαπελωμένεκαπελωμένεςκαπελωμένηκαπελωμένηςκαπελωμένοκαπελωμένοικαπελωμένοςκαπελωμένουκαπελωμένουςκαπελωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →