καπετάν
•
- προσφώνησηάκλιτο προτακτικό για προσφώνηση πλοιάρχου ή οπλαρχηγού Βικιλεξικό
- ο καπετάν Αντρέας
- άκλιτο προτακτικό ουσιαστικών που δήλωναν αξίωμα στην οθωμανική αυτοκρατορία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπετάν < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καπετάνος, καπετάνιος < βενετική capetano, capetanio (ιταλική capitano) με εξασθένιση της λέξης.. : Ή, πιθανόν < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καπετάν < (άμεσο δάνειο) τουρκική kaptan > kapudan (στον τίτλο kapudan paşa (καπουδάν πασάς, ναύαρχος) < βενετική capitano.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →