καπετάνιος
•
- ναυτικός όροςκυβερνήτης καραβιού Βικιλεξικό
- Σε δυο ώρες χάθηκε η μάχη, το πλοίο πήρε κλίση δεκαοχτώ μοιρών, ο μαρκόνης εξέπεμψε SOS και ο καπετάνιος έδωσε εντολή εγκατάλειψης. (Ιωάννα Καρυστιάνη, Το φαράγγι, εκδ. Καστανιώτη, 2015)
- ιστορίααρχηγός ενόπλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπετάνιος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καπετάνιος < βενετική capetanio < μεσαιωνική λατινική capitaneus (επικεφαλής) < λατινική caput (κεφάλι). Παρετυμολογήθηκε προς τις λέξεις κατά + επάνω από τον νεότερο όρο κατεπάνω για το βυζαντινό τίτλο του καπετάνιου (δείτε κατεπανίκιον και το μεσαιωνικό επίρρημα κατεπάνω) Επίσης δείτε καπετάν.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπετάνιος | καπετάνιοι / καπεταναίοι |
| Γενική | καπετάνιου | καπετάνιων / καπεταναίων |
| Αιτιατική | καπετάνιο | καπετάνιους / καπεταναίους |
| Κλητική | καπετάνιε / καπετάνιο | καπετάνιοι / καπεταναίοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →