καπετανάτο
•
- ιστορίαπεριοχή στην οποία είχε δικαιοδοσία ένας καπετάνιος Βικιλεξικό
- ιστορίαη δικαιοδοσία ή η εξουσία που είχε ένας καπετάνιος Βικιλεξικό
- μεταφορικάη εξουσία ή η δικαιοδοσία κάποιου και η επιβολή του σε άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπετανάτο < καπετάνιος + -άτο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπετανάτο | καπετανάτα |
| Γενική | καπετανάτου | καπετανάτων |
| Αιτιατική | καπετανάτο | καπετανάτα |
| Κλητική | καπετανάτο | καπετανάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →