Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρδιοκατακτητής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που «κατακτά» (ερωτικά) μια γυναίκα, που την γοητεύει Βικιλεξικό
    • Ο γάμος τους δεν ήταν ιδανικός, εκείνος –υπήρξε μέγας καρδιοκατακτητής– είχε κι άλλες γυναίκες, κι η Φρίντα πήγαινε με άλλους άντρες αλλά και γυναίκες. Τσακώθηκαν, χώρισαν και ξαναπαντρεύτηκαν. (Διαβάζω τεύχη 440-442, 2003, σελ. 58)

Ετυμολογία

καρδιοκατακτητής (μαρτυρείται από το 1869) < καρδιά + -ο- + κατακτητής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαρδιοκατακτητήςκαρδιοκατακτητές
Γενικήκαρδιοκατακτητήκαρδιοκατακτητών
Αιτιατικήκαρδιοκατακτητήκαρδιοκατακτητές
Κλητικήκαρδιοκατακτητήκαρδιοκατακτητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →