μπερμπάντης
•
- άνδρας με ασταθή κι έντονη ερωτική ζωή που επιδιώκει να δημιουργεί πολλές ερωτικές σχέσεις με γυναίκες, ο γυναικάς Βικιλεξικό
- ο έξυπνος και καπάτσος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπερμπάντης < (άμεσο δάνειο) ιταλική birbante (απατεώνας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπερμπάντης | μπερμπάντηδες |
| Γενική | μπερμπάντη | μπερμπάντηδων |
| Αιτιατική | μπερμπάντη | μπερμπάντηδες |
| Κλητική | μπερμπάντη | μπερμπάντηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →