καρτέλα
•
- η κάρτα στην οποία καταγράφονται διάφορα δεδομένα και η οποία φυλάσσεται μαζί με άλλες καρτέλες, συνήθως ειδικά ταξινομημένες Βικιλεξικό
- πληροφορικήη ειδική ενότητα σε λογισμικό ή ιστοσελίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρτέλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cartella, υποκοριστικό του carta < λατινική charta < αρχαία ελληνική χάρτης (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρτέλα | καρτέλες |
| Γενική | καρτέλας | καρτελών |
| Αιτιατική | καρτέλα | καρτέλες |
| Κλητική | καρτέλα | καρτέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →