καρυάτιδα
•
- αρχιτεκτονικήγυναικείο άγαλμα που χρησιμεύει ως κίονας στηρίζοντας τον θριγκό ενός οικοδομήματος Βικιλεξικό
- Οι δυο εξαιρετικής τέχνης καρυάτιδες από θασίτικο μάρμαρο που αποκαλύφθηκαν μόλις το απόγευμα του Σαββάτου 6 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο της συνέχισης των ανασκαφικών εργασιών στην Αμφίπολη αναμφίβολα εντυπωσιάζουν. (* εφημερίδα Το Βήμα)
- Τα μέλη της διεπιστημονικής ομάδας διαπίστωσαν ότι οι εσωτερικοί βραχίονες των Καρυάτιδων δεν στήριζαν το επιστύλιο κι αυτό γιατί δεν παρατηρούνται σύνδεσμοι μολυβδοχόησης, ούτε επεξεργασία της κάτω επιφάνειας του επιστυλίου ώστε να δικαιολογείται η άποψη της στήριξης. (*)
- Στο Μουσείο έχει ξεκινήσει η εφαρμογή ενός προγράμματος συντήρησης και αποκατάστασης των Καρυατίδων του Ερεχθείου. (*)
- μεταφορικάλυγερόκορμη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρυάτιδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Καρυᾶτις < αρχαία ελληνική Καρύαι < κάρυον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱerh₂- (κεφάλι) < *ḱer (κέρατο) + *-h₂
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρυάτιδα | καρυάτιδες |
| Γενική | καρυάτιδας | καρυάτιδων |
| Αιτιατική | καρυάτιδα | καρυάτιδες |
| Κλητική | καρυάτιδα | καρυάτιδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →