κάρυο
•
- ανατομίαο πυρήνας του κυττάρου Βικιλεξικό
- Κάρυο λέγεται στὴ βιολογία ὁ πυρήνας τοῦ κυττάρου. Καρυοκίνηση ἢ μίτωση ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κυττάρων μὲ ἔμμεση διαίρεση σὲ δυὸ κύτταρα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄμεση, καὶ καρυογαμία ἡ σύντηξη δύο πυρήνων γενετησίων κυττάρων. (Νέα εστία, τ. 66, 1959, σελ. 844)
- βοτανικήτύπος καρπού με σκληρό κέλυφος Βικιλεξικό
- παρωχημένη σημασίατο καρύδι, ο καρπός της καρυδιάς Βικιλεξικό
- το κουκούτσι, ο πυρήνας
Ετυμολογία
κάρυο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κάρυον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάρυο | κάρυα |
| Γενική | κάρυου / καρύου | καρύων |
| Αιτιατική | κάρυο | κάρυα |
| Κλητική | κάρυο | κάρυα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →