Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάρυο

/ˈka.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανατομίαο πυρήνας του κυττάρου Βικιλεξικό
    • Κάρυο λέγεται στὴ βιολογία ὁ πυρήνας τοῦ κυττάρου. Καρυοκίνηση ἢ μίτωση ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κυττάρων μὲ ἔμμεση διαίρεση σὲ δυὸ κύτταρα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄμεση, καὶ καρυογαμία ἡ σύντηξη δύο πυρήνων γενετησίων κυττάρων. (Νέα εστία, τ. 66, 1959, σελ. 844)
  2. βοτανικήτύπος καρπού με σκληρό κέλυφος Βικιλεξικό
  3. παρωχημένη σημασίατο καρύδι, ο καρπός της καρυδιάς Βικιλεξικό
    • το κουκούτσι, ο πυρήνας

Ετυμολογία

κάρυο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κάρυον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάρυοκάρυα
Γενικήκάρυου / καρύουκαρύων
Αιτιατικήκάρυοκάρυα
Κλητικήκάρυοκάρυα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →