καρώνω
•
- λαϊκότροποκάνω κάποιον να πέσει σε λήθαργο Βικιλεξικό
- λαϊκότροποπέφτω σε λήθαργο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρώνω < αρχαία ελληνική καρόω / καρῶ < κάρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱrhesn
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καρώνω | καρώνεις | καρώνει | καρώνουμε | καρώνετε | καρώνουν / καρώνουνε |
| Παρατατικός | κάρωνα | κάρωνες | κάρωνε | καρώναμε | καρώνατε | κάρωναν / καρώναν / καρώνανε |
| Αόριστος | κάρωσα | κάρωσες | κάρωσε | καρώσαμε | καρώσατε | κάρωσαν / καρώσαν / καρώσανε |
| Μέλλοντας | θα καρώνω / θα καρώσω | θα καρώνεις / θα καρώσεις | θα καρώνει / θα καρώσει | θα καρώνουμε / θα καρώσουμε | θα καρώνετε / θα καρώσετε | θα καρώνουν / θα καρώνουνε / θα καρώσουν / θα καρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καρώσει | έχεις καρώσει | έχει καρώσει | έχουμε καρώσει | έχετε καρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καρώσει | είχες καρώσει | είχε καρώσει | είχαμε καρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καρώσει / να καρώνω / να καρώσω | να έχεις καρώσει / να καρώνεις / να καρώσεις | να έχει καρώσει / να καρώνει / να καρώσει | να έχουμε καρώσει / να καρώνουμε / να καρώσουμε | να έχετε καρώσει / να καρώνετε / να καρώσετε | να καρώνουν / να καρώνουνε / να καρώσουν / να καρώσουνε |
| Προστακτική | — | κάρωνε / κάρωσε | — | — | καρώνετε / καρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →