κασίδα
•
- ιατρικήπάθηση του τριχωτού της κεφαλής με κύριο χαρακτηριστικό την τριχόπτωση Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο κεφάλι που έχει αυτήν την πάθηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κασίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κασίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κασίδα | κασίδες |
| Γενική | κασίδας | — |
| Αιτιατική | κασίδα | κασίδες |
| Κλητική | κασίδα | κασίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →