Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κασιδιάρης

/ka.siˈðʝa.ris/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωποαυτός που έχει κασίδα· ο κασίδης Βικιλεξικό
    • Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ (⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, Οι φρεγάδες, 1924)
  2. ζώο που του έχει πέσει το τρίχωμα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο ψωροπερήφανος, ακατάδεχτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κασιδιάρης < κασίδ(α) + -ιάρης Συγκρίνετε με τη γραφή κασσιδιάρης < μεσαιωνική ελληνική κασσίδιον. Δείτε και το μεσαιωνικό κασιδιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκασιδιάρηςκασιδιάρακασιδιάρικο
Γενικήκασιδιάρηκασιδιάραςκασιδιάρικου
Αιτιατικήκασιδιάρηκασιδιάρακασιδιάρικο
Κλητικήκασιδιάρηκασιδιάρακασιδιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκασιδιάρηδεςκασιδιάρεςκασιδιάρικα
Γενικήκασιδιάρηδων—κασιδιάρικων
Αιτιατικήκασιδιάρηδεςκασιδιάρεςκασιδιάρικα
Κλητικήκασιδιάρηδεςκασιδιάρεςκασιδιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →