κασιδιάρης
•
- για πρόσωποαυτός που έχει κασίδα· ο κασίδης Βικιλεξικό
- Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ (⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, Οι φρεγάδες, 1924)
- ζώο που του έχει πέσει το τρίχωμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάο ψωροπερήφανος, ακατάδεχτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κασιδιάρης < κασίδ(α) + -ιάρης Συγκρίνετε με τη γραφή κασσιδιάρης < μεσαιωνική ελληνική κασσίδιον. Δείτε και το μεσαιωνικό κασιδιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κασιδιάρης | κασιδιάρα | κασιδιάρικο |
| Γενική | κασιδιάρη | κασιδιάρας | κασιδιάρικου |
| Αιτιατική | κασιδιάρη | κασιδιάρα | κασιδιάρικο |
| Κλητική | κασιδιάρη | κασιδιάρα | κασιδιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κασιδιάρηδες | κασιδιάρες | κασιδιάρικα |
| Γενική | κασιδιάρηδων | — | κασιδιάρικων |
| Αιτιατική | κασιδιάρηδες | κασιδιάρες | κασιδιάρικα |
| Κλητική | κασιδιάρηδες | κασιδιάρες | κασιδιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →