κατάθλιψη
•
- η διαδικασία, ενέργεια ή αποτέλεσμα του καταστέλλω Βικιλεξικό
- πολιτικήη καταστολή, η καταπίεση, η κατοχή, η τυραννία (εμποδισμός ελευθερίας) Βικιλεξικό
- ψυχολογίαη ψυχική ασθένεια που την χαρακτηρίζει (παροδική ή μόνιμη) θλίψη, απαισιοδοξία, έλλειψη ενδιαφέροντος, μελαγχολία και άλλα παρόμοια Βικιλεξικό
- Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν έδειξαν ότι τα ψευδοφάρμακα βελτιώνουν την κατάσταση ασθενών που πάσχουν από κατάθλιψη, πόνους ή υπέρταση.
- Η Μήδεια υπήρξε το πρώτο θύμα της διαπολιτιστικής νόσου, αυτού που ονομάζεται κατάθλιψη της μετανάστευσης, όταν με θολωμένο το μυαλό από την αποξένωση και την εχθρότητα, προδομένη από τον αγαπημένο της αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό, ξενίτισσα -από το «ξενίτης», που στην ταινία του Αγγελόπουλου «Η αιωνιότητα και μια μέρα» δηλώνει τον «όπου γης ξένο»-, σκότωσε το ίδια τα παιδιά της. (Πάνος Σόμπολος, Γυναίκες δολοφόνοι. Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης, 2019)
- σπάνιοη πίεση, η καταπίεση, η συμπίεση ρευστού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάθλιψη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα κατάθλιψις + -ψη < ελληνιστική κοινή κατάθλιψις. Η σημασία «καταστολή ελευθερίας, τυραννία» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oppression. Η ιατρική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dépression. Συγχρονικά αναλύεται σε κατά- + θλίψη.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάθλιψη | καταθλίψεις |
| Γενική | κατάθλιψης | καταθλίψεων |
| Αιτιατική | κατάθλιψη | καταθλίψεις |
| Κλητική | κατάθλιψη | καταθλίψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →