καταθλίβω
•
- ψυχολογίαπροκαλώ κατάθλιψη Βικιλεξικό
- σπάνιοσυμπιέζω, πιέζω Βικιλεξικό
- Μια ανυψωτική βαλβίδα ανυψώνει το υγρό, ενώ μια καταλιπτική το αναρροφά και το καταθλίβει υπερνικώντας μια εξωτερική αντίσταση αδράνειας.
Ετυμολογία
καταθλίβω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταθλίβω < αρχαία ελληνική κατα- + θλῑ́βω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταθλίβω | καταθλίβεις | καταθλίβει | καταθλίβουμε | καταθλίβετε | καταθλίβουν / καταθλίβουνε |
| Παρατατικός | κατέθλιβα | κατέθλιβες | κατέθλιβε | καταθλίβαμε | καταθλίβατε | κατέθλιβαν / καταθλίβαν / καταθλίβανε |
| Αόριστος | κατέθλιψα | κατέθλιψες | κατέθλιψε | καταθλίψαμε | καταθλίψατε | κατέθλιψαν / καταθλίψαν / καταθλίψανε |
| Μέλλοντας | θα καταθλίβω / θα καταθλίψω | θα καταθλίβεις / θα καταθλίψεις | θα καταθλίβει / θα καταθλίψει | θα καταθλίβουμε / θα καταθλίψουμε | θα καταθλίβετε / θα καταθλίψετε | θα καταθλίβουν / θα καταθλίβουνε / θα καταθλίψουν / θα καταθλίψουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταθλίψει | έχεις καταθλίψει | έχει καταθλίψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταθλίψει | είχες καταθλίψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταθλίψει / να καταθλίβω / να καταθλίψω | να έχεις καταθλίψει / να καταθλίβεις / να καταθλίψεις | να έχει καταθλίψει / να καταθλίβει / να καταθλίψει | να καταθλίβουμε / να καταθλίψουμε | να καταθλίβετε / να καταθλίψετε | να καταθλίβουν / να καταθλίβουνε / να καταθλίψουν / να καταθλίψουνε |
| Προστακτική | — | έχε καταθλιμμένο / κατάθλιβε / κατάθλιψε | — | — | καταθλίβετε / καταθλίψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταθλίβομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →