Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάκτηση

/kaˈta.kt.isi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
  4. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
  5. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
  6. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάκτηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατάκτη(σις) + -ση < αρχαία ελληνική κατακτάομαι / κατακτῶμαι < κατά + κτάομαι / κτῶμαι (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conquête)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάκτησηκατακτήσεις
Γενικήκατάκτησηςκατακτήσεων
Αιτιατικήκατάκτησηκατακτήσεις
Κλητικήκατάκτησηκατακτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →