κατάκτηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάκτηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατάκτη(σις) + -ση < αρχαία ελληνική κατακτάομαι / κατακτῶμαι < κατά + κτάομαι / κτῶμαι (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conquête)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάκτηση | κατακτήσεις |
| Γενική | κατάκτησης | κατακτήσεων |
| Αιτιατική | κατάκτηση | κατακτήσεις |
| Κλητική | κατάκτηση | κατακτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →