κτήση
•
- η απόχτηση Βικιλεξικό
- η ιδιοκτησία, η κατοχή Βικιλεξικό
- η χώρα που κατέχεται από ξένη μεγάλη δύναμη, η υποτελής χώρα, η αποικία, το προτεκτοράτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κτήση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κτῆσις : (κατεχόμενη χώρα) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική dominions
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κτήση | κτήσεις |
| Γενική | κτήσης | κτήσεων |
| Αιτιατική | κτήση | κτήσεις |
| Κλητική | κτήση | κτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →