κατάλευκος
•
- επιτατικό επίθετοπου είναι εντελώς λευκός χωρίς κανένα άλλο χρώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάλευκος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατάλευκος. Αναλύεται σε κατά- + λευκός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάλευκος | κατάλευκη | κατάλευκο |
| Γενική | κατάλευκου | κατάλευκης | κατάλευκου |
| Αιτιατική | κατάλευκο | κατάλευκη | κατάλευκο |
| Κλητική | κατάλευκε | κατάλευκη | κατάλευκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάλευκοι | κατάλευκες | κατάλευκα |
| Γενική | κατάλευκων | κατάλευκων | κατάλευκων |
| Αιτιατική | κατάλευκους | κατάλευκες | κατάλευκα |
| Κλητική | κατάλευκοι | κατάλευκες | κατάλευκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →