Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάρρευση

/kaˈta.ɾef.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρέω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρέω Βικιλεξικό
    • η άλλοτε οικία Τσίλλερ θνήσκει στο κέντρο της Αθήνας με τους περαστικούς να παρακολουθούν άναυδοι την κατάρρευσή της.
  3. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρέω Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρέω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάρρευση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κατάρρευ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική καταρρέω < κατά- + ῥέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάρρευσηκαταρρεύσεις
Γενικήκατάρρευσηςκαταρρεύσεων
Αιτιατικήκατάρρευσηκαταρρεύσεις
Κλητικήκατάρρευσηκαταρρεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →