κατάρρευση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρέω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρέω Βικιλεξικό
- η άλλοτε οικία Τσίλλερ θνήσκει στο κέντρο της Αθήνας με τους περαστικούς να παρακολουθούν άναυδοι την κατάρρευσή της.
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρέω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρέω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάρρευση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κατάρρευ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική καταρρέω < κατά- + ῥέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάρρευση | καταρρεύσεις |
| Γενική | κατάρρευσης | καταρρεύσεων |
| Αιτιατική | κατάρρευση | καταρρεύσεις |
| Κλητική | κατάρρευση | καταρρεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →