καταρρέω
•
- πέφτω προς τα κάτω, γκρεμίζομαι Βικιλεξικό
- η γέφυρα κατέρρευσε
- Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
- μεταφορικάπέφτω οικονομικά Βικιλεξικό
- οι τιμές της αγοράς κατέρρευσαν
- συναισθηματικάυποκύπτω σε μεγάλη στεναχώρια Βικιλεξικό
- Όταν έμαθα για την κηδεία του, κατέρρευσα.
Ετυμολογία
καταρρέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταρρέω < κατα- + -ρρέω (ῥέω) με ρρ και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική écrouler Δε σχετίζεται ο καταρράκτης.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταρρέω | καταρρέεις | καταρρέει | καταρρέουμε | καταρρέετε | καταρρέουν / καταρρέουνε |
| Παρατατικός | κατέρρεα | κατέρρεες | κατέρρεε | καταρρέαμε | καταρρέατε | κατέρρεαν / καταρρέαν / καταρρέανε |
| Αόριστος | κατέρρευσα | κατέρρευσες | κατέρρευσε | καταρρεύσαμε | καταρρεύσατε | κατέρρευσαν / καταρρεύσαν / καταρρεύσανε |
| Μέλλοντας | θα καταρρέω / θα καταρρεύσω | θα καταρρέεις / θα καταρρεύσεις | θα καταρρέει / θα καταρρεύσει | θα καταρρέουμε / θα καταρρεύσουμε | θα καταρρέετε / θα καταρρεύσετε | θα καταρρέουν / θα καταρρέουνε / θα καταρρεύσουν / θα καταρρεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταρρεύσει | έχεις καταρρεύσει | έχει καταρρεύσει | έχουμε καταρρεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταρρεύσει | είχες καταρρεύσει | είχε καταρρεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταρρεύσει / να καταρρέω / να καταρρεύσω | να έχεις καταρρεύσει / να καταρρέεις / να καταρρεύσεις | να έχει καταρρεύσει / να καταρρέει / να καταρρεύσει | να έχουμε καταρρεύσει / να καταρρέουμε / να καταρρεύσουμε | να καταρρέετε / να καταρρεύσετε | να καταρρέουν / να καταρρέουνε / να καταρρεύσουν / να καταρρεύσουνε |
| Προστακτική | — | κατάρρεε / κατάρρευσε | — | — | καταρρέετε / καταρρεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →