κατάσβεση
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία και το αποτέλεσμα του κατασβήνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία και το αποτέλεσμα του κατασβήνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάσβεση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κατασβέννυμι < κατά + σβέννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)gʷes- (σβήνω, εξαλείφω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάσβεση | κατασβέσεις |
| Γενική | κατάσβεσης | κατασβέσεων |
| Αιτιατική | κατάσβεση | κατασβέσεις |
| Κλητική | κατάσβεση | κατασβέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →