κατασβήνω
•
- κυριολεκτικάσβήνω τελείως Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξαλείφω, εξαφανίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασβήνω < αρχαία ελληνική κατασβέννυμι < κατά + σβέννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)gʷes- (σβήνω, εξαλείφω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασβήνω | κατασβήνεις | κατασβήνει | κατασβήνουμε | κατασβήνετε | κατασβήνουν / κατασβήνουνε |
| Παρατατικός | κατέσβηνα | κατέσβηνες | κατέσβηνε | κατασβήναμε | κατασβήνατε | κατέσβηναν / κατασβήναν / κατασβήνανε |
| Αόριστος | κατέσβησα | κατέσβησες | κατέσβησε | κατασβήσαμε | κατασβήσατε | κατέσβησαν / κατασβήσαν / κατασβήσανε |
| Μέλλοντας | θα κατασβήνω / θα κατασβήσω | θα κατασβήνεις / θα κατασβήσεις | θα κατασβήνει / θα κατασβήσει | θα κατασβήνουμε / θα κατασβήσουμε | θα κατασβήνετε / θα κατασβήσετε | θα κατασβήνουν / θα κατασβήνουνε / θα κατασβήσουν / θα κατασβήσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασβήσει | έχεις κατασβήσει | έχει κατασβήσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασβήσει | είχες κατασβήσει | είχε κατασβήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασβήσει / να κατασβήνω / να κατασβήσω | να έχεις κατασβήσει / να κατασβήνεις / να κατασβήσεις | να έχει κατασβήσει / να κατασβήνει / να κατασβήσει | να κατασβήνουμε / να κατασβήσουμε | να κατασβήνετε / να κατασβήσετε | να κατασβήνουν / να κατασβήνουνε / να κατασβήσουν / να κατασβήσουνε |
| Προστακτική | — | έχε κατασβησμένο / κατάσβηνε / κατάσβησε | — | — | κατασβήνετε / κατασβήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →