κατάστικτος
•
- κυριολεκτικάγεμάτος στίγματα Βικιλεξικό
- (μεταφορικά) Και μιλάμε επίσης για πρόσωπα των οποίων η καθημερινότητα ρέπει μονίμως προς το κακό και τη διαστροφή, χτίζοντας μια ανθρωπολογία της απανθρωπιάς κατάστικτη από εμμονές και ψυχώσεις που σκοτώνουν. (*)
Ετυμολογία
κατάστικτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάστικτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάστικτος | κατάστικτη | κατάστικτο |
| Γενική | κατάστικτου | κατάστικτης | κατάστικτου |
| Αιτιατική | κατάστικτο | κατάστικτη | κατάστικτο |
| Κλητική | κατάστικτε | κατάστικτη | κατάστικτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάστικτοι | κατάστικτες | κατάστικτα |
| Γενική | κατάστικτων | κατάστικτων | κατάστικτων |
| Αιτιατική | κατάστικτους | κατάστικτες | κατάστικτα |
| Κλητική | κατάστικτοι | κατάστικτες | κατάστικτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →