Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάστρωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το δάπεδο σε πλοίο που το διαχωρίζει οριζόντια σε επίπεδα Βικιλεξικό
    • Απάνω στο κατάστρωμα του βαποριού, ακουμπισμένοι στο πρυμιό παραπέτο, ο Αντώνης με τον Κωνσταντή αγναντεύουν τη γαλάζια απεραντοσύνη, που ξανοίγεται μπροστά στα μάτια τους. (Τάκης Αδάμος Καφεζυθεστιατόριον «Η Μεγάλη Ελλάς» [διήγημα] στο βιβλίο Για μια άσπρη μέρα: διηγήματα, 1981)
    • Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. η ταξιδιωτική θέση σε πλοίο (συνήθως η τρίτη ή η τουριστική χωρίς κρεββάτι) Βικιλεξικό
    • θέλετε να σας κόψω κατάστρωμα που είναι και πιο φτηνό;
  3. σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταστρώνω Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: κατάστρωση

Ετυμολογία

κατάστρωμα < αρχαία ελληνική κατάστρωμα < καταστρώννυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάστρωμακαταστρώματα
Γενικήκαταστρώματοςκαταστρωμάτων
Αιτιατικήκατάστρωμακαταστρώματα
Κλητικήκατάστρωμακαταστρώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →