καταστρώνω
•
- εξετάζοντας κάθε δεδομένο προετοιμάζω σχέδιο δράσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταστρώνω < αρχαία ελληνική καταστρώννυμι < κατά + στρώννυμι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταστρώνω | καταστρώνεις | καταστρώνει | καταστρώνουμε | καταστρώνετε | καταστρώνουν / καταστρώνουνε |
| Παρατατικός | κατάστρωνα | κατάστρωνες | κατάστρωνε | καταστρώναμε | καταστρώνατε | κατάστρωναν / καταστρώναν / καταστρώνανε |
| Αόριστος | κατάστρωσα | κατάστρωσες | κατάστρωσε | καταστρώσαμε | καταστρώσατε | κατάστρωσαν / καταστρώσαν / καταστρώσανε |
| Μέλλοντας | θα καταστρώνω / θα καταστρώσω | θα καταστρώνεις / θα καταστρώσεις | θα καταστρώνει / θα καταστρώσει | θα καταστρώνουμε / θα καταστρώσουμε | θα καταστρώνετε / θα καταστρώσετε | θα καταστρώνουν / θα καταστρώνουνε / θα καταστρώσουν / θα καταστρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταστρώσει | έχεις καταστρώσει | έχει καταστρώσει | έχουμε καταστρώσει | έχετε καταστρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταστρώσει | είχες καταστρώσει | είχε καταστρώσει | είχαμε καταστρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταστρώσει / να καταστρώνω / να καταστρώσω | να έχεις καταστρώσει / να καταστρώνεις / να καταστρώσεις | να έχει καταστρώσει / να καταστρώνει / να καταστρώσει | να έχουμε καταστρώσει / να καταστρώνουμε / να καταστρώσουμε | να έχετε καταστρώσει / να καταστρώνετε / να καταστρώσετε | να καταστρώνουν / να καταστρώνουνε / να καταστρώσουν / να καταστρώσουνε |
| Προστακτική | — | κατάστρωνε / κατάστρωσε | — | — | καταστρώνετε / καταστρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →