Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταβαλλόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. αυτός που οφείλεται και καταβάλλεται τακτικά (μισθός, εισφορά) Βικιλεξικό
  2. αυτός που δείχνει ότι μια ενέργεια αντιμετωπίζει πολλές δυσχέρειες και προσκόμματα, δεν είναι εύκολη στην ολοκλήρωσή της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταβαλλόμενος < μτχ ενεστώτα του ρήματος καταβάλλομαι

Άλλοι τύποι

καταβαλλόμενακαταβαλλόμενεκαταβαλλόμενεςκαταβαλλόμενηκαταβαλλόμενηςκαταβαλλόμενοκαταβαλλόμενοικαταβαλλόμενοςκαταβαλλόμενουκαταβαλλόμενουςκαταβαλλόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →