καταβαλλόμενος
•
- αυτός που οφείλεται και καταβάλλεται τακτικά (μισθός, εισφορά) Βικιλεξικό
- αυτός που δείχνει ότι μια ενέργεια αντιμετωπίζει πολλές δυσχέρειες και προσκόμματα, δεν είναι εύκολη στην ολοκλήρωσή της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταβαλλόμενος < μτχ ενεστώτα του ρήματος καταβάλλομαι
Άλλοι τύποι
καταβαλλόμενακαταβαλλόμενεκαταβαλλόμενεςκαταβαλλόμενηκαταβαλλόμενηςκαταβαλλόμενοκαταβαλλόμενοικαταβαλλόμενοςκαταβαλλόμενουκαταβαλλόμενουςκαταβαλλόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →